γραμματόσημο
το, ουσ.

ένσημο που εκδίδει η ταχυδρομική υπηρεσία και δηλώνει την αποπληρωμή του ταχυδρομικού τέλους.
Ετυμολογία
< γραμματο- (< γράμμα) + -σημον (< σήμα).
Παράγωγα
γραμματοσημαίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γραμματόσημο», σ. 191. https://navalhistory.gr/lexiko/γραμματοσημο/