navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γνήσιος

γνήσιος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει υποστεί καμιά μίξη, ανόθευτος, αγνός: α) (για τέκνο) που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο, νόμιμος, β) (για αδέλφια) που είναι από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα
  2. αληθινός, πραγματικός
  3. (για διάθεση) ειλικρινής, εγκάρδιος, καλοπροαίρετος
  4. σύμφωνος με το νόμο, νόμιμος
  5. πιστός, έμπιστος, αφοσιωμένος
  6. πατροπαράδοτος, παραδοσιακός
  7. (για πράγματα) αυθεντικός, ορίτζιναλ [αγγλ. original], αντών. πλαστός.

Ετυμολογία

< αρχ. γνήσιος, -α, -ον, [= αυτός που ανήκει στο γένος] < γένος.

Επιρρήματα

γνήσια [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γνήσιος», σ. 188. https://navalhistory.gr/lexiko/γνησιοσ/