γνήσιος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει υποστεί καμιά μίξη, ανόθευτος, αγνός: α) (για τέκνο) που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο, νόμιμος, β) (για αδέλφια) που είναι από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα
- αληθινός, πραγματικός
- (για διάθεση) ειλικρινής, εγκάρδιος, καλοπροαίρετος
- σύμφωνος με το νόμο, νόμιμος
- πιστός, έμπιστος, αφοσιωμένος
- πατροπαράδοτος, παραδοσιακός
- (για πράγματα) αυθεντικός, ορίτζιναλ [αγγλ. original], αντών. πλαστός.
Ετυμολογία
< αρχ. γνήσιος, -α, -ον, [= αυτός που ανήκει στο γένος] < γένος.
Επιρρήματα
γνήσια [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γνήσιος», σ. 188. https://navalhistory.gr/lexiko/γνησιοσ/