βολίζω
ρ. [μετβ.]
ρίχνω βολίδα [δες λ.] στη θάλασσα για να μετρήσω το σημείο στο οποίο βρίσκομαι από το βυθό, σκανταγιάρω, συνών. βολιδοσκοπώ, βυθομετρώ, βυθοσκοπώ.
Ετυμολογία
< αρχ. βολ(ή) + [καταλ.] -ίζω.
Παράγωγα
βόλισμα, βολισμός, βολιστής, βόλιση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βολίζω», σ. 159. https://navalhistory.gr/lexiko/βολιζω/