βοηθός
ο/η, ουσ.
αυτός που βοηθάει κάποιον, που κάνει μια δευτερεύουσα, μια συμπληρωματική εργασία, ο αρωγός, (φρ.) βοηθός θαλαμηπόλου / μηχανικού / επιθεωρητή πλοίου».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βοηθός», σ. 158. https://navalhistory.gr/lexiko/βοηθοσ/