βίντσι
το, ουσ.

(τεχνολ.) μηχάνημα κατάλληλο για ανύψωση φορτίου, βαρούλκο, συνών. γερανός, παλάγκο, εργάτης [= είδος εργαλείου που τοποθετείται σε μικρά οχήματα], «βίντζι φορτοεκφορτώσεως / χειρός / χειροκίνητο / ηλεκτρικό / υδραυλικό.
Ετυμολογία
< αγγλ. winch.
Παράγωγα
βιντζιέρης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βίντσι», σ. 156. https://navalhistory.gr/lexiko/βιντσι/