βεντιλατέρ
το, άκλ. ουσ.
(τεχνολ.) ανεμιστήρας αυτοκινήτου, ηλεκτρικής κουζίνας, και διαφόρων άλλων αντικειμένων, που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του νερού.
Ετυμολογία
< γαλλ. ventilateur < λατιν. ventus [= άνεμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βεντιλατέρ», σ. 153. https://navalhistory.gr/lexiko/βεντιλατερ/