βαριοπούλα
η, ουσ.

(εργαλ.) βαρύ σφυρί με κοντό στειλιάρι, μικρότερο και ελαφρύτερο από τη βαριά, από 800 γραμμ. έως 1,5 και 2 κιλά.
Ετυμολογία
< βαρι(ά) -οπούλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαριοπούλα», σ. 148. https://navalhistory.gr/lexiko/βαριοπουλα/