αφρός
ο, ουσ.
- φυσαλίδες που σχηματίζονται στην επιφάνεια των υγρών, όταν αυτά βράζουν ή παθαίνουν χημική ζύμωση, «ο αφρός της μπύρας», «οι αφροί της θάλασσας / των κυμάτων»,
- φυσαλίδες που σχηματίζονται όταν σαπούνι ή κάποιο απορρυπαντικό υλικό διαλύεται με νερό, «ο αφρός του σαμπουάν / του απορρυπαντικού / του ξυρίσματος»,
- (μτφ.) α) το εκλεκτότερο μέρος από ένα σύνολο πραγμάτων, β) για κάτι που με την αφή διαπιστώνει κανείς ότι είναι αφράτο, μαλακό, φουσκωτό και ελαφρό.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀφρός.
Σύνθετα
αφρόστοκος, αφροστεφάνωτος, αφρόψαρο, αφρόπλαστος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφρός», σ. 138. https://navalhistory.gr/lexiko/αφροσ/