navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αφροκοπώ και αφρομανώ

αφροκοπώ

Και: αφρομανώ

ρ. [μετβ.]

  1. (για θάλασσα, για καιρό), γίνομαι θυελλώδης, προκαλώ τρικυμία
  2. βγάζω πολλούς αφρούς, συνών. αφρίζω.

Ετυμολογία

< αφρό(ς)- + κοπώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφροκοπώ και αφρομανώ», σ. 138. https://navalhistory.gr/lexiko/αφροκοπω-και-αφρομανω/