αφουρτούνιαστος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει τρικυμία, που στην πλεύση του δε συναντά φουρτούνα, (φρ.) «αφουρτούνιαστη θάλασσα»,
- (μτφ.) αυτός που δεν θυμώνει εύκολα, γαλήνιος
- αυτός που στη ζωή του δε γνώρισε δυσκολίες, δεν έζησε περιπέτειες.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + φουρτουνιασ- (< φουρτουνιάζω) -τος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφουρτούνιαστος», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφουρτουνιαστοσ/