αφόρτωτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν τον έχουν φορτώσει
- (μτφ.) αυτός που έχει απαλλαγεί από οικογενειακές υποχρεώσεις.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + φορτώ(νω) + -τος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφόρτωτος», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφορτωτοσ/