navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αφόρτωτος

αφόρτωτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν τον έχουν φορτώσει
  2. (μτφ.) αυτός που έχει απαλλαγεί από οικογενειακές υποχρεώσεις.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + φορτώ(νω) + -τος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφόρτωτος», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφορτωτοσ/