ατύχημα
το, ουσ.
- δυσάρεστο τυχαίο περιστατικό που συμβαίνει σε κάποιον, και έχει ως αποτέλεσμα, το θάνατο, τον τραυματισμό ή την υλική ζημία
- (ειδικότ.) το τροχαίο, συμβάν με δυσάρεστες συνέπειες που γίνεται τη στιγμή της κυκλοφορίας.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀτύχημα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατύχημα», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατυχημα/