navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατύχημα

ατύχημα

το, ουσ.

  1. δυσάρεστο τυχαίο περιστατικό που συμβαίνει σε κάποιον, και έχει ως αποτέλεσμα, το θάνατο, τον τραυματισμό ή την υλική ζημία
  2. (ειδικότ.) το τροχαίο, συμβάν με δυσάρεστες συνέπειες που γίνεται τη στιγμή της κυκλοφορίας.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀτύχημα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατύχημα», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατυχημα/