navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατόλ(λ)η

ατόλ(λ)η

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(γεωγρ.) σύμπλεγμα κοραλλιογενών νησιών που περικλείουν λιμνοθάλασσα και διατηρούν στο έδαφός τους πλούσια βλάστηση.

Ετυμολογία

< γαλλ. atoll < λ. προερχόμενη από γλώσσα των περιοχών της Πολυνησίας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατόλ(λ)η», σ. 132. https://navalhistory.gr/lexiko/ατολλη/