ατμήρης
-ες, επίθ.
αυτός που κινείται με τη δύναμη του ατμού, ατμήλατος, ατμοκίνητος, (φρ.) «ατμήρης ναυτλία».
Ετυμολογία
< καθαρ. ἀτμήρης, < ἀτμ(ός) + -ήρης < [αρχ.] ἀραρίσκω [= (μετβ.) 1. συναρμόζω, αρμολογώ, ενώνω, συνενώνω, συμπυκνώνω, 2. παρασκευάζω, προετοιμάζω, επινοώ, 3. εφοδιάζω, παρέχω, εξοπλίζω].
Σημείωμα
Στις αρχές του 1912, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προχωρούσε ήδη στην υλοποίηση του οράματος για την επαναδημιουργία μιας μεγάλης Ελλάδας. Την ίδια εποχή, η υπό ελληνική σημαία ατμήρης ναυτιλία αριθμούσε περί τα 350 ατμόπλοια. Οι επικρατούσες συνθήκες εξακολουθούσαν να ενθαρρύνουν την περαιτέρω ανάπτυξή της, και έτσι τον Σεπτέμβριο του 1912, όταν η κήρυξη του Πολέμου βρισκόταν επί θύραις, 40 ακόμη περίπου ατμόπλοια ταξίδευαν με υψωμένη την ελληνική σημαία στην πρύμνη τους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμήρης», σσ. 129-130. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμηρησ/