ατμήλατος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που κινείται με την ενέργεια του ατμού, ατμοκίνητος, (φρ.) «ατμήλατος ναυτιλία», «ατμήλατο σκάφος / πλοίο / τραμ / τρένο».
Ετυμολογία
< ατμ(ο)- + [αρχ.] -ήλατος, συγγ. του ρ. ἐλαύνω [= οδηγώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμήλατος», σ. 130. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμηλατοσ/