αρωγή
η, ουσ.
1. η κάθε είδους βοήθεια, συνών. επικουρία, συνδρομή, συμπαράσταση, βοήθημα, εισφορά, ενίσχυση, (φρ.) «επιθαλάσσια / θαλάσσια αρωγή», [παλαιότερος όρος: ναυαγιαίρεση] είναι η βοήθεια που παρέχεται σε πλοίο που κινδυνεύει, για τη διάσωση του πληρώματος αλλά και του φορτίου που μεταφέρει, «Ταμείο Αρωγής» ασφαλιστικός φορέας για οικονομική υποστήριξη συνταξιούχων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀρωγή < ἀρήγω, [= βοηθώ, συντρέχω, επικουρώ, ιδίως κατά τη μάχη].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρωγή», σ. 122. https://navalhistory.gr/lexiko/αρωγη/