navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άπω

άπω

επίρρ.

μακριά, πέρα, (φρ.) «Άπω Ανατολή».

Ετυμολογία

< αρχ. ἄπωθεν [= από μακριά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπω», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/απω/