navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απωθώ

απωθώ

ρ. [μετβ.]

  1. σπρώχνω κάτι μακριά, αβαράρω
  2. διώχνω, αποκρούω, αντών. ελκύω
  3. (ως ναυτ. παράγγελμα) σπρώξε μακριά
  4. προκαλώ αποστροφή.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπωθῶ.

Παράγωγα

απώθηση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απωθώ», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/απωθω/