απωθώ
ρ. [μετβ.]
- σπρώχνω κάτι μακριά, αβαράρω
- διώχνω, αποκρούω, αντών. ελκύω
- (ως ναυτ. παράγγελμα) σπρώξε μακριά
- προκαλώ αποστροφή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπωθῶ.
Παράγωγα
απώθηση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απωθώ», σ. 113. https://navalhistory.gr/lexiko/απωθω/