απουσία
η, ουσ.
- το να μη βρίσκεται κανείς στο χώρο που θα έπρεπε και στο σωστό χρόνο, αντών. παρουσία
- (συνεκδ.) χρόνος κατά τον οποίο απουσιάζει κανείς
- η μη ύπαρξη, έλλειψη, ανυπαρξία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπουσία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απουσία», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/απουσια/