navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απουσιάζω

απουσιάζω

ρ. [αμετβ.]

  1. δεν είμαι παρών στο σωστό τόπο και χρόνο, λείπω
  2. δεν υπάρχω [συνήθως για πράγματα].

Ετυμολογία

< μτγν. ἀπουσιάζω [= δαπανώ μέρος της περιουσίας μου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απουσιάζω», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/απουσιαζω/