αποστάζω
ρ. [μετβ.]
- κάνω κάτι να στάξει
- πραγματοποιώ απόσταξη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποστάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποστάζω», σ. 111. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσταζω/
Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποστάζω
ρ. [μετβ.]
< αρχ. ἀποστάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποστάζω», σ. 111. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσταζω/