navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόσταγμα

απόσταγμα

το, ουσ.

  1. το προϊόν της απόσταξης, εκχύλισμα, συνών. στάγμα
  2. (μτφ.) το βαθύτερο νόημα μιας πνευματικής δημιουργίας, ή ουσία.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀπόσταγμα [= αυτό που στάζει ή σταλάζει].

Σύνθετα

αποσταγματοποιείο, αποσταγματοποιία, αποσταγματοποιός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσταγμα», σ. 111. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσταγμα/