απόσταγμα
το, ουσ.
- το προϊόν της απόσταξης, εκχύλισμα, συνών. στάγμα
- (μτφ.) το βαθύτερο νόημα μιας πνευματικής δημιουργίας, ή ουσία.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀπόσταγμα [= αυτό που στάζει ή σταλάζει].
Σύνθετα
αποσταγματοποιείο, αποσταγματοποιία, αποσταγματοποιός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόσταγμα», σ. 111. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσταγμα/