navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απολυμαίνω

απολυμαίνω

ρ. [μετβ.]

καθαρίζω το χώρο ή το εργαλείο από παθογόνους μικροοργανισμούς, αποστειρώνω.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπολυμαίνομαι [= ξεπλένω τη βρομιά από το σώμα μου].

Παράγωγα

απολυμαντικός [«απολυμαντικός κλίβανος / εξοπλισμός / σταθμός»].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απολυμαίνω», σ. 108. https://navalhistory.gr/lexiko/απολυμαινω/