navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απολογούμαι και απολογιέμαι

απολογούμαι

Και: απολογιέμαι

ρ. [αμετβ.]

  1. αποκρούω τις εις βάρος μου κατηγορίες
  2. (γενικότ.) απαντώ, αποκρίνομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπολογοῦμαι.

Παράγωγα

απολογητής, απολογισμός, απολογητικός, απολογία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απολογούμαι και απολογιέμαι», σ. 108. https://navalhistory.gr/lexiko/απολογουμαι-και-απολογιεμαι/