απολογούμαι
Και: απολογιέμαι
ρ. [αμετβ.]
- αποκρούω τις εις βάρος μου κατηγορίες
- (γενικότ.) απαντώ, αποκρίνομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπολογοῦμαι.
Παράγωγα
απολογητής, απολογισμός, απολογητικός, απολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απολογούμαι και απολογιέμαι», σ. 108. https://navalhistory.gr/lexiko/απολογουμαι-και-απολογιεμαι/