αποκλείω
ρ. [μετβ.]
- κλείνω μέσα ή έξω, εμποδίζω ή απαγορεύω την είσοδο ή την έξοδο
- δεν επιτρέπω τη συμμετοχή κάποιου σε κάτι, δε συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι μεταξύ άλλων
- κάνω εμπορικό πόλεμο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποκλείω.
Παράγωγα
αποκλεισμός, αποκλειστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποκλείω», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποκλειω/