navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποκλείω

αποκλείω

ρ. [μετβ.]

  1. κλείνω μέσα ή έξω, εμποδίζω ή απαγορεύω την είσοδο ή την έξοδο
  2. δεν επιτρέπω τη συμμετοχή κάποιου σε κάτι, δε συμπεριλαμβάνω κάποιον ή κάτι μεταξύ άλλων
  3. κάνω εμπορικό πόλεμο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀποκλείω.

Παράγωγα

αποκλεισμός, αποκλειστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποκλείω», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποκλειω/