αποκλειστικότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
το δικαίωμα που έχει κάποιος πάνω σε κάτι και δεν μπορεί να του το αφαιρέσει άλλος, προνόμιο.
Ετυμολογία
< αποκλειστικ(ός) -ότης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποκλειστικότητα», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποκλειστικοτητα/