αποθήκη
η, ουσ.
κλειστός χώρος κατάλληλος για τη φύλαξη αντικειμένων.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀποτίθημι [= αποθέτω, βάζω κατά μέρος, εναποθέτω, τοποθετώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθήκη», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθηκη/