αποθηκεύω
ρ. [μετβ.]
- συγκεντρώνω υλικά αγαθά και τα τοποθετώ σε αποθήκη, συνών. σοδιάζω, αμπαριάζω
- μαζεύω μεγάλες ποσότητες προϊόντων με σκοπό τη μελλοντική αξιοποίησή τους.
Ετυμολογία
< αποθήκ(η) + -εύω.
Παράγωγα
αποθήκευση, αποθηκευτικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθηκεύω», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθηκευω/