navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποθηκεύω

αποθηκεύω

ρ. [μετβ.]

  1. συγκεντρώνω υλικά αγαθά και τα τοποθετώ σε αποθήκη, συνών. σοδιάζω, αμπαριάζω
  2. μαζεύω μεγάλες ποσότητες προϊόντων με σκοπό τη μελλοντική αξιοποίησή τους.

Ετυμολογία

< αποθήκ(η) + -εύω.

Παράγωγα

αποθήκευση, αποθηκευτικός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθηκεύω», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθηκευω/