απεσταγμένος
Και: αποσταγμένος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που έχει υποστεί απόσταξη, (φρ.) «απεσταγμένο νερό».
Από τον Τύπο
Grappa di Moscato Ο ελαφρά συμπιεσμένος πολτός του Moscato, αποσταγμένος σε χάλκινους άμβυκες, διατηρεί απαράλλαχτο τον αρωματικό χαρακτήρα της ποικιλίας Muscat και μας δίνει αυτήν την ευχάριστη λευκή grappa. Σερβίρεται σε θερμοκρασία δωματίου, στο τέλος του γεύματος και σε στιγμές χαλάρωσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απεσταγμένος και αποσταγμένος», σσ. 103-104. https://navalhistory.gr/lexiko/απεσταγμενοσ-και-αποσταγμενοσ/