απεργώ
ρ. [αμετβ.]
απέχω από τη δουλειά μου διεκδικώντας την επίλυση διαφόρων αιτημάτων, όπως π.χ. τις καλύτερες συνθήκες εργασίας, τη βελτίωση του επιπέδου ζωής, για καλύτερο μεροκάματο κ.λπ.
Ετυμολογία
< απεργ(ός) -ώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απεργώ», σ. 103. https://navalhistory.gr/lexiko/απεργω/