απανωτός
-η, -ο, επίθ.
- ο ένας μετά τον άλλο ή πάνω στον άλλο, αλλεπάλληλος
- συνεχής, ασταμάτητος, αλυσιδωτός, διαδοχικός.
Επιρρήματα
απανωτά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απανωτός», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απανωτοσ/