navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απαντώ

απαντώ

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. δίνω απάντηση προφορική ή γραπτή
  2. αντιδρώ όταν δέχομαι επίθεση
  3. συναντώ κάποιον.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπαντῶ < ἀπό- + ἀντάω, -ῶ, [= βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον, συναντώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απαντώ», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απαντω/