απαντώ
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- δίνω απάντηση προφορική ή γραπτή
- αντιδρώ όταν δέχομαι επίθεση
- συναντώ κάποιον.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπαντῶ < ἀπό- + ἀντάω, -ῶ, [= βρίσκομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον, συναντώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απαντώ», σ. 102. https://navalhistory.gr/lexiko/απαντω/