αντισταθμίζω
ρ. [μετβ.]
εξισορροπώ, συνών. ισορροπώ, ισοσταθμίζω, ισοφαρίζω.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀντισταθμίζω < αρχ. ἀντίσταθμος [= αντίβαρο] < ἀντι- + στάθμη.
Παράγωγα
αντιστάθμιση, αντιστάθμισμα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντισταθμίζω», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντισταθμιζω/