αντανακλώ
ρ. [μετβ.]
- γυρίζω πίσω, επιστρέφω
- προκαλώ αντανάκλαση
- (μτφ.) α) παίρνω έκταση, εξαπλώνομαι, β) εκφράζω έμμεσα τις σκέψεις μου, απηχώ
Ετυμολογία
< μτγν. ἀντανακλῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντανακλώ», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/αντανακλω/