navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντανακλώ

αντανακλώ

ρ. [μετβ.]

  1. γυρίζω πίσω, επιστρέφω
  2. προκαλώ αντανάκλαση
  3. (μτφ.) α) παίρνω έκταση, εξαπλώνομαι, β) εκφράζω έμμεσα τις σκέψεις μου, απηχώ

Ετυμολογία

< μτγν. ἀντανακλῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντανακλώ», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/αντανακλω/