navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνεργος

άνεργος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που, παρά τη θέλησή του, δεν εργάζεται.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄνεργος [= ατέλεστος, ανολοκλήρωτος] < ἀν- [στερητ.] + ἔργον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνεργος», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεργοσ/