navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανεργία

ανεργία

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. κοινωνική και επαγγελματική κατάσταση που οφείλεται σε έλλειψη ή περιορισμένη προσφορά εργασίας εντός των ορίων του κράτους ή μιας γενικότερης οντότητας
  2. (συνεκδ.) ο αριθμός των εργαζόμενων που δεν έχει βρει εργασία εκφραζόμενος σε ποσοστά.

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. ἄν-εργος, -ον, [= ατέλεστος, ανολοκλήρωτος] < ἔργω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεργία», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεργια/