ανεργία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- κοινωνική και επαγγελματική κατάσταση που οφείλεται σε έλλειψη ή περιορισμένη προσφορά εργασίας εντός των ορίων του κράτους ή μιας γενικότερης οντότητας
- (συνεκδ.) ο αριθμός των εργαζόμενων που δεν έχει βρει εργασία εκφραζόμενος σε ποσοστά.
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. ἄν-εργος, -ον, [= ατέλεστος, ανολοκλήρωτος] < ἔργω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεργία», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεργια/