ανασπώ
ρ. [μετβ.]
α) τραβώ κάτι προς τα πάνω απότομα, «ανασπώ άγκυρα», σηκώνω έλκω, αλλά και ξεριζώνω, β) (αρχ.) τραβώ σκάφος προς το μέρος της στεριάς.
Ετυμολογία
< ἀνα-σπάω.
Παράγωγα
ανάσπαση, ανάσπα (ως προσταγή) [= απόσπασε, σήκωσε την άγκυρα από το βυθό], ανασπαστήρας, ανάσπαστος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανασπώ», σ. 84. https://navalhistory.gr/lexiko/ανασπω/