αναρτώ
ρ. [μετβ.]
- κρεμώ κάτι ψηλά έτσι που να είναι εμφανές σε όλους
- δημοσιεύω, κοινοποιώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναρτάω, -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναρτώ», σ. 84. https://navalhistory.gr/lexiko/αναρτω/