navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναρτώ

αναρτώ

ρ. [μετβ.]

  1. κρεμώ κάτι ψηλά έτσι που να είναι εμφανές σε όλους
  2. δημοσιεύω, κοινοποιώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναρτάω, -ῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναρτώ», σ. 84. https://navalhistory.gr/lexiko/αναρτω/