ανακλαστήρας
ο, ουσ.

λεία επιφάνεια που αντανακλά κάποιο είδος φωτεινής κυρίως ακτινοβολίας, «ανακλαστήρας ποδηλάτου / θερμότητας / αυτοκινήτου / φανού / ήλιου / οδοστρώματος / φωτογράφησης / κυκλικός / τοίχου / υπέρυθρων ακτίνων / ραντάρ / σημάτων / σωληνοειδής / αλουμινίου».
Ετυμολογία
< ανάκλασ(ις) -τήρ > -τήρας, μτφρδ. γαλλ. réflecteur.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακλαστήρας», σ. 79. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακλαστηρασ/