αλο-
πρώτο συνθετικό αντιδανείων και νόθων αντιδανείων λ. που είναι όροι της: ζωολ. (π.χ. αλοβάτης), βιολ. (π.χ. αλόβιος), χημ. (π.χ. αλογονίδια, αλογόνωση) και δηλώνει αλάτι και σπανιότερα θάλασσα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἃλς (= [αρσ.] αλάτι, [θηλ.] θάλασσα).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλο-», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλο/