αλοιφή
η, ουσ.
- (φαρμ.) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς και καλλωπιστικούς σκοπούς, αποτελείται από λιπαρές κατεξοχήν ουσίες
- (μτφ.) φαγητό που έχει πολτοποιηθεί και είναι κατάλληλο για τροφή βρεφών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀλείφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλοιφή», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλοιφη/