navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλοιφή

αλοιφή

η, ουσ.

  1. (φαρμ.) φαρμακευτικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς και καλλωπιστικούς σκοπούς, αποτελείται από λιπαρές κατεξοχήν ουσίες
  2. (μτφ.) φαγητό που έχει πολτοποιηθεί και είναι κατάλληλο για τροφή βρεφών.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀλείφω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλοιφή», σ. 68. https://navalhistory.gr/lexiko/αλοιφη/