navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλάνθαστος

αλάνθαστος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που δεν κάνει λάθη, συνών. ορθός, αλάθευτος, ακριβής.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + λανθάνω.

Επιρρήματα

αλάνθαστα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλάνθαστος», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/αλανθαστοσ/