navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άκυρος

άκυρος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει κύρος
  2. αυτός που προήλθε από καταστρατήγηση νόμων και κανόνων, αντών. έγκυρος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄκυρος < ἄ- [στερητ.] + κῦρος.

Παράγωγα

ακυρότητα, ακυρώνω.

Σύνθετα

ακυροχάρτι.

Επιρρήματα

άκυρα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκυρος», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακυροσ/