navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακύμαντος

ακύμαντος

-η, -ο, επίθ.

  1. υδάτινη περιοχή, λιμναία ή θαλάσσια, χωρίς κύματα, ακυμάτιστος, αντών. τρικυμισμένος, φουρτουνιασμένος
  2. οτιδήποτε που δεν ανεβοκατεβαίνει, που παραμένει σταθερό
  3. (για τρόπο ζωής) ατάραχος, γαλήνιος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀκύμαντος < αρχ. ἀκύμαντος < ἀ- [στρητ.] + κυμαίνω [= 1. υψώνομαι σε κύματα, πρήζομαι, φουσκώνω, σε Όμηρ., 2. (μτφ.) αυξάνω, αναβράζω].

Επιρρήματα

ακύμαντα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακύμαντος», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακυμαντοσ/