ακύμαντος
-η, -ο, επίθ.
- υδάτινη περιοχή, λιμναία ή θαλάσσια, χωρίς κύματα, ακυμάτιστος, αντών. τρικυμισμένος, φουρτουνιασμένος
- οτιδήποτε που δεν ανεβοκατεβαίνει, που παραμένει σταθερό
- (για τρόπο ζωής) ατάραχος, γαλήνιος.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀκύμαντος < αρχ. ἀκύμαντος < ἀ- [στρητ.] + κυμαίνω [= 1. υψώνομαι σε κύματα, πρήζομαι, φουσκώνω, σε Όμηρ., 2. (μτφ.) αυξάνω, αναβράζω].
Επιρρήματα
ακύμαντα [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακύμαντος», σ. 61. https://navalhistory.gr/lexiko/ακυμαντοσ/