ακτογραμμή
η, ουσ.
- εδαφική γραμμή κατά μήκος της οποίας συναντώνται η ξηρά και η θάλασσα
- (συνεκδ.) το μήκος των ακτών.
Ετυμολογία
< ακτ(ή) + -ο- + γραμμή, μτφρδ. από την αγγλ. coastline.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτογραμμή», σ. 60. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτογραμμη/