navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακτίτης

ακτίτης

ο, ουσ.

ακτίτης, εικόνα από το έντυπο
  1. ο κάτοικος της παραλιακής ζώνης
  2. (ορυκτ.) α) το πεντελικό μάρμαρο, β) είδος πέτρας προερχόμενη από την πειραϊκή ακτή
  3. (ορνιθ.) αποδημητικό είδος πτηνών της οικογένειας των σκολοπακιδών που ζουν στους βάλτους, τα έλη, τις λίμνες και τους ποταμούς, σπάνια απαντάται στην Ελλάδα και η κοινή του ονομασία είναι μπεκατσόνι.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκτίτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακτίτης», σ. 60. https://navalhistory.gr/lexiko/ακτιτησ/