άκρη
η, ουσ.
- σημείο από το οποίο αρχίζει ή τελειώνει κάτι, συνών. αφετηρία, τέρμα, τέλος, πέρας
- το πιο αιχμηρό σημείο ενός αντικειμένου
- απόμερο σημείο ενός χώρου
- το τελευταίο στεριανό σημείο προς τη θάλασσα, ακρωτήρι
- (φρ.) «απ’ άκρη σ’ άκρη», σ’ όλη την έκταση, «άκρες-μέσες», επιφανειακά, περίπου.
Ετυμολογία
< αρχ. θηλ. του επιθ. ἄκρος.
Παράγωγα
ακρίτας, ακρινός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άκρη», σ. 58. https://navalhistory.gr/lexiko/ακρη/