ακάθαρτος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν είναι καθαρός, συνών. λερωμένος, βρόμικος
- (μτφ.) αυτός που διακρίνεται για την πανουργία και την ανήθικη συμπεριφορά του, συνών. αισχρός, διεφθαρμένος, μιαρός
- (φρ.) «ακάθαρτο πνεύμα», «ακάθαρτο αίμα» κ.ά.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + καθαρτός < καθαιρώ [= εξαγνίζω].
Επιρρήματα
ακάθαρτα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακάθαρτος», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαθαρτοσ/