navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακάθαρτος

ακάθαρτος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι καθαρός, συνών. λερωμένος, βρόμικος
  2. (μτφ.) αυτός που διακρίνεται για την πανουργία και την ανήθικη συμπεριφορά του, συνών. αισχρός, διεφθαρμένος, μιαρός
  3. (φρ.) «ακάθαρτο πνεύμα», «ακάθαρτο αίμα» κ.ά.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + καθαρτός < καθαιρώ [= εξαγνίζω].

Επιρρήματα

ακάθαρτα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακάθαρτος», σ. 55. https://navalhistory.gr/lexiko/ακαθαρτοσ/