αισχρός
-η, -ό, επίθ.
- αυτός που με την συμπεριφορά του προκαλεί ντροπή, συνών. πρόστυχος, φαύλος, ανήθικος, επαίσχυντος, αχρείος, χυδαίος, κακοήθης
- αυτός που αγνοεί το στοιχείο του «ωραίου».
Ετυμολογία
< αρχ. αἰσχρός < αἶσχος.
Παράγωγα
αισχρότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αισχρός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αισχροσ/