navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αισχρός

αισχρός

-η, -ό, επίθ.

  1. αυτός που με την συμπεριφορά του προκαλεί ντροπή, συνών. πρόστυχος, φαύλος, ανήθικος, επαίσχυντος, αχρείος, χυδαίος, κακοήθης
  2. αυτός που αγνοεί το στοιχείο του «ωραίου».

Ετυμολογία

< αρχ. αἰσχρός < αἶσχος.

Παράγωγα

αισχρότητα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αισχρός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αισχροσ/