αιώρα
η, ουσ.

τύπος αυτοσχέδιας δικτυωτής κούνιας ή κρεβατιού που οι δύο άκρες του στερεώνονται σε σταθερά σημεία, συνών. κουκέτα, μπράντα [= ναυτική αιώρα].
Ετυμολογία
< αρχ. αἰώρα < αἰωρέω, -ῶ [= ταλαντεύω, σείω, μετεωρίζω, κουνώ στον αέρα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιώρα», σ. 54. https://navalhistory.gr/lexiko/αιωρα/